ολιγηπελέων


ολιγηπελέων
ὀλιγηπελέων, -ουσα (Α)
αυτός που έχει λίγη δύναμη, αδύναμος, ασθενής, λιπόθυμος («ὁ δ' ἄρ ἄπνευστος καὶ ἄναυδος κεῑτ' ὀλιγηπελέων», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Μτχ. σχηματισμένη από το επίθ. ὀλιγηπελής για μετρικούς λόγους (πρβλ. δυσμενής: δυσμενέοντες, ὀλιγοδρανής: ὀλιγοδρανέων)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀλιγηπελέων — having little power pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) ὀλιγηπελής weak masc/fem/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγηπελέοντα — ὀλιγηπελέων having little power pres part act neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic aeolic) ὀλιγηπελέων having little power pres part act masc acc sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγηπελέοντι — ὀλιγηπελέων having little power pres part act masc/neut dat sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὀλιγηπελέουσα — ὀλιγηπελέων having little power pres part act fem nom/voc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακηπελέων — κακηπελέων, ουσα (Α) αυτός που βρίσκεται σε κακή κατάσταση, ο ασθενής. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. κακηπελέων < κακ(ο) * + πέλομαι «είμαι, γίνομαι» και είναι επική μτχ. που σχηματίστηκε κατά το ὀλιγηπελέων. Το η τού τ. οφείλεται σε μετρικούς λόγους προς… …   Dictionary of Greek

  • λιγο- — και ολιγ(ο) (AM ολιγ[ο] , Μ και λίγ[ο] ) τύπος «σύνθετου υποκοριστικού» (πρβλ. μικρο , χαμο , υπο κ.ά.) που ανάγεται στο επίθ. ολίγος*. Δηλώνει σμίκρυνση ή υποκορισμό τής σημασίας τού β συνθετικού. Τα σύνθετα τού τύπου ολιγ(ο) αποτελούν το… …   Dictionary of Greek

  • νηπελέω — (Α) είμαι αδύνατος, αδυνατώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. πρόθημα νη * + *ἄπελος, τ. που σχηματίστηκε κατά το ὀλιγηπελέων*] …   Dictionary of Greek

  • ολιγηπελής — ὀλιγηπελής, ές (Α) αδύναμος, ανίσχυρος, ασθενικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για σύνθ. λ. με α συνθετικό το επίθ. ὀλίγος και β συνθετικό ένα αμάρτυρο ουδ. ουσ. *ἄπελος. Το η τού τ. ὀλιγηπελέων οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως. Ο τ. *ἄπελος θα μπορούσε …   Dictionary of Greek

  • ολιγηπελεέσκω — ὀλιγηπελεέσκω (Α) έχω ασθενή δύναμη, είμαι αδύναμος, εξασθενημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγηπελέων + επίθημα σκω] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.